βοεύς

βοεύς, έως, ,
A rope of ox-hide,

ἐϋστρέπτοισι βοεῦσι Od.2.426

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοεύς — βοεύς, ο (Α) σκοινί από δέρμα βοδιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους (βοός) (πρβλ. οχεύς)] …   Dictionary of Greek

  • βοεύς — rope of ox hide masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοέες — βοεύς rope of ox hide masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοεῖς — βοάω cry aloud pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) βοεύς rope of ox hide masc acc pl βοεύς rope of ox hide masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῆ — βόειος of an ox neut nom/voc/acc pl (attic epic ionic) βόειος of an ox fem nom/voc sg (attic epic ionic) βοείη of an ox fem nom/voc sg (attic epic ionic) βοεύς rope of ox hide masc nom/voc/acc dual βοεύς rope of ox hide masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῆς — βόειος of an ox fem gen sg (attic epic ionic) βοάω cry aloud pres ind act 2nd sg (doric) βοάω cry aloud pres ind act 2nd sg (epic doric ionic) βοείη of an ox fem gen sg (attic epic ionic) βοεύς rope of ox hide masc nom pl βοεύς rope of ox hide… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοέων — βόα fish fem gen pl (epic ionic) βόειος of an ox fem gen pl (epic ionic) βόειος of an ox masc/neut gen pl (epic ionic) βοάω cry aloud pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) βοείη of an ox fem gen pl (epic ionic) βοεύς rope of ox hide …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • НАВИГАЦИЯ —    • Navigatio,          ναυτιλία. Мореплавание достигло у греков, которые самой природой были направлены на морскую стихию, уже рано известной степени совершенства. Гомеровский корабль (ср. Autenricht, hom. Wörterbuch и Fridrichs, hom. Realien,… …   Реальный словарь классических древностей

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

  • σταβάρι — και στιβάρι, το, Ν το τμήμα τού ρυμού τού αρότρου προς τη μεριά τού ζυγού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *ἱστοβο άριον υποκορ. τού αρχ. ἱστο βοεύς*] …   Dictionary of Greek

  • βοεῦσι — βοάω cry aloud pres part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) βοάω cry aloud pres ind act 3rd pl (epic doric ionic) βοεύς rope of ox hide masc dat pl βοόω change into an ox pres part act masc/neut dat pl (epic ionic) βοόω change into an ox… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.